Τρεις αδελφές επιστρέφουν στο νησί από όπου κατάγονται λόγω κληρονομικών ζητημάτων. Ο πατέρας τους έχει πεθάνει, δεν έχουν πλέον συγγενείς και η ζωή και των τριών είναι αποκλειστικά πλέον στην Αθήνα. Από μικρές ονειρεύονταν τη μεγάλη πόλη, την απόδραση για σπουδές, έρωτες και καλύτερες επαγγελματικές δυνατότητες. Η επιστροφή στο πατρικό τις φέρνει αντιμέτωπες με τη ζωή που έχουν διαλέξει, τις φαντασιώσεις των παιδικών τους χρόνων και τα πρόσωπα της παιδικής τους ηλικίας που τις καθόρισαν.
Αντλώντας έμπνευση από τις Τρεις αδελφές του Τσέχοφ, το νέο έργο προσπαθεί να φωτίσει τις ανησυχίες μιας νέας γενιάς που κατοικεί σε μεγάλα αστικά κέντρα, εργάζεται πολύ, ψάχνει τον έρωτα και εντέλει αναζητά διαρκώς μια Μόσχα για να μπορέσει να υπάρξει.
H παράσταση ΑΙΝΙΓΜΑ αποτελεί μια ακροβατική-θεατρική περφόρμανς. Με πολύτιμα εργαλεία το θέατρο και τα εναέρια ακροβατικά, τρεις ερμηνευτές φέρνουν στο φως τον μύθο του Οιδίποδα. Ο μύθος, μέσα από μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση, ενημερώνει τη δημιουργική ενασχόληση με καίρια υπαρξιακά ζητήματα.
Όλα ξεκινούν και εξελίσσονται στο ακανθώδες πεδίο του Αινίγματος. Η Σφίγγα αιωρείται συνεχώς, υπενθυμίζοντάς μας τη διαρκή σύγκρουση μεταξύ του χάους και της λογικής, του αμετάβλητου πεπρωμένου και της ανθρώπινης βούλησης, τον επώδυνο δρόμο της αναζήτησης της αλήθειας και της αυτογνωσίας. Η Σφίγγα «βαδίζει» πάνω στα συντρίμμια του Οιδίποδα, εκτός και αν συμβαίνει το αντίθετο. Πάντοτε μέσα στα όρια του Αινίγματος που είναι συνυφασμένο με την ανθρώπινη ύπαρξη. Ποια είναι τα σημερινά Αινίγματα / Σφίγγες που καλούνται να απαντήσουν οι σημερινοί Άνθρωποι / Οιδίποδες; Ποιος γεννάει τα αινίγματα, το «Τέρας» ή ο Άνθρωπος; Η λύση του Αινίγματος είναι λύτρωση ή ύβρις;
Πώς η σύγχρονη κοινωνία αντιλαμβάνεται την αξία των ιδεών; Μπορεί μια ιδέα να κοστολογηθεί και να πουληθεί, ως ένα πρότυπο ζωής; Με τι όρους και από ποιον καθορίζεται η αξία της;
Ακολουθώντας τη σατιρική διάθεση του πρωτότυπου κειμένου του Λουκιανού Βίων πράσις και τοποθετώντας το κοινό σε θέση αγοραστή, η παράσταση αντιπαραβάλλει τις φιλοσοφικές θεωρίες των αρχαίων στοχαστών με την κουλτούρα των σύγχρονων influencers ερευνώντας τι αντίκτυπο έχει στο παρόν η πνευματική κληρονομιά του παρελθόντος και ποια είναι η τύχη των φιλοσοφικών ιδεών στον σύγχρονο κόσμο και τις μελλοντικές εκδοχές του. Με έντονο σαρκασμό και χιούμορ, με μια ιδιαίτερη συνύπαρξη του αρχαίου και του σύγχρονου, η παράσταση γίνεται ένα φιλοσοφικό ταξίδι που μας καλεί να το επισκεφτούμε, αν όχι ως συνομιλητές, τότε σίγουρα ως καταναλωτές.
Η παράσταση Ο αρχαιολόγος είναι μια φρέσκια, σατιρική και βαθιά χιουμοριστική διασκευή του τολμηρού και αμφιλεγόμενου ομώνυμου έργου του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Σε μια Ελλάδα που αναζητά συνεχώς τη θέση της ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, μια ομάδα ηθοποιών στήνει επί σκηνής μια «ανασκαφή» όχι μόνο στο χώμα, αλλά και στην εθνική μας συνείδηση. Ο θεματικός άξονας του έργου είναι η φράση του Ανδρέα Εμπειρίκου «Η σήμερον ως αύριον και ως χθες».
Το έργο του Καρκαβίτσα γράφτηκε το 1903 σε μια Ελλάδα ταπεινωμένη από την ήττα του 1897, που υπέφερε οικονομικά από συνεχείς πτωχεύσεις και αναζητούσε την ταυτότητά της ανάμεσα στο ένδοξο παρελθόν της κλασικής αρχαιότητας και την επείγουσα ανάγκη να συμβαδίσει με τον τότε πολιτισμένο κόσμο. Το έργο του θεωρήθηκε βλάσφημο γιατί μίλησε με απαξιωτικό τρόπο για τα έργα τέχνης της κλασικής Ελλάδας. Όμως, το έργο του παραμένει επίκαιρο για τη σχέση της τέχνης σήμερα με το παρελθόν αλλά και με το μέλλον.
Η Ηλέκτρα και Ορέστης, δύο νέοι που ζουν στην ελληνική επαρχία του 2025, συνυπάρχουν επί σκηνής με τους ομώνυμους ήρωες του αρχαιοελληνικού μύθου. Και παρόλο που τους χωρίζουν χιλιετίες, εμπλέκονται και οι τέσσερις στην ίδια κοινή δίνη της εκδίκησης και της μητροκτονίας. Δεν μπορούν να διασχίσουν τον χρόνο, όμως η σκέψη τους και η δράση τους με έναν εντελώς αναπάντεχο τρόπο διασταυρώνονται. Το νήμα της μιας ιστορίας πλέκεται στο νήμα της άλλης και οδηγούνται αμφότερες στην εκτροπή. Βασικός συντελεστής του δράματος ο χώρος: οι Πύλες του Άδη. Εκεί όπου ο κόσμος των ζωντανών εκβάλλει στον κόσμο των νεκρών και τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου μένουν αδιευκρίνιστα, ασαφή. Εκεί όπου το περίγραμμα του ζώντος ανθρώπου θολώνει και σμίγει με τις σκιές, τι μπορεί να οδηγήσει κάποιον να θέλει απεγνωσμένα τον θάνατο ενός άλλου για να βρει τη δικαίωση; Και όταν η πράξη συντελεστεί, ακολουθεί όντως η λύτρωση;
Μια μουσικοθεατρική δημιουργία που ανατέμνει τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το έθιμο του τάματος, βαθιά ριζωμένο στην ελληνική παράδοση, ξεδιπλώνεται ως μια διαχρονική πράξη που ενώνει το Θείο με το ανθρώπινο, το παρελθόν με το παρόν. Εξερευνά τη ζωή απλών ανθρώπων διαφορετικών γενεών που, μέσα από στιγμές δοκιμασίας, πόνου αλλά και θαύματος, δίνουν υπόσχεση σε μια ανώτερη δύναμη ως έσχατη πράξη έκκλησης για βοήθεια.
Μέσα από τις αφηγήσεις των προσώπων, τη ζωντανή μουσική και την κινησιολογία, η παράσταση Τάμα εξερευνά την ανθρώπινη ανάγκη, φωτίζοντας τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πίστη, τη δεισιδαιμονία και τη θυσία. Το κείμενο της παράστασης αποτελεί μια σύνθεση υλικού του οποίου ο πυρήνας βασίζεται σε πραγματικές μαρτυρίες ανθρώπων από το παρελθόν μέχρι το σήμερα. Τρεις ηθοποιοί μεταφέρουν επί σκηνής την πορεία από τη δοκιμασία στην υπόσχεση, τη θυσία και την προσδοκία για το θαύμα. Στην παράσταση συνδυάζονται στοιχεία παραδοσιακής τέχνης με σύγχρονες σκηνοθετικές προσεγγίσεις, όπου μουσική, λόγος και κίνηση λειτουργούν ως αλληγορικά εργαλεία.
Η παράσταση Το δίκαιο είναι εμπνευσμένη από τον διάλογο των Μηλίων με τους Αθηναίους όπως αυτός περιγράφεται από τον Θουκυδίδη. Οι σύγχρονοι θεατές-πολίτες καλούνται να πάρουν απόφαση για το μέλλον του τόπου τους σε μια προσομοίωση μιας ενδεχόμενης πολεμικής απειλής.
Η Μήλος απειλείται με στρατιωτική εισβολή. Απεσταλμένοι των εισβολέων έρχονται να συζητήσουν το ενδεχόμενο μιας αναίμακτης παράδοσης. Θα μιλήσουν για το δίκαιο του ισχυρού που επιβάλλεται όσο ορίζει η ισχύς του. Θεατές και ερμηνευτές θα κληθούν να αποφασίσουν και να ψηφίσουν φέρνοντας στη μνήμη τους παρόμοιες στιγμές και πάθη.
Η παράσταση Ρόδα στο μαντίλι: Ουρανός απ’ άλλους τόπους βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου, ένα ζωντανό μνημείο γλώσσας με ρωγμές, επιγραφές και αφανή βάθρα. Η κεντρική αφηγήτρια, η Αλέξω, εμφορείται από την ακατανίκητη ανάγκη να μοιραστεί. Ο λόγος ανεβαίνει μέσα της όπως ένα ορμητικό ρεύμα που πρέπει οπωσδήποτε να βρει διέξοδο: σε μια χαράδρα, σε ένα μεγάλο ποτάμι, σε μια θάλασσα, σε έναν ακροατή. Θέλει να ποτίσει, να συμπαρασύρει, να πνίξει.
Στη σκιά του Αρχαιολογικού Μουσείου Άρτας, η Αλέξω σπάζει αγγεία που κρύβουν μυστικά του παρελθόντος, ανταλλάσσει νομίσματα –κίβδηλα και γνήσια–, παίζει με ειδώλια όπως ένα κορίτσι με τις κούκλες του, φοράει βαρύτιμα κοσμήματα ή γυμνώνεται, ανάβει το καντήλι στις επιτύμβιες στήλες τάφων όπου βρίσκονται θαμμένοι εχθροί, αγαπημένοι – αλλά και η ίδια. Μια τελετουργία ζωής, που γίνεται ομολογία ενοχής, νοσταλγίας και αναγεννητικής καταστροφής, υπό το φως ενός χορεύοντος ήλιου. Οι λέξεις της Αλέξως –θραυσματικές και μαλακές, αστείες ή παράτολμες, αισχρές, γενναιόδωρες, αλλόκοτες, μεγαλοπρεπείς– υφαίνουν μια ταπισερί με κρυφά στημόνια: το άγνωστο σχέδιο του Θεού.
Ο τσελεμεντές, αυτό το παλιό, αγαπημένο αντικείμενο της γιαγιάς, αποτελεί ένα κειμήλιο μεγάλης συναισθηματικής αξίας. Ξεφυλλίζοντάς τον, αρχικά μας δημιουργείται μια αίσθηση νοσταλγίας. Διαβάζοντας όμως περισσότερο, αρχίζει να αναδύεται μπροστά μας η καταπίεση μιας εποχής, ίσως όχι τόσο μακρινής.
Η παράσταση εμπνέεται από τα εισαγωγικά κείμενα του Οδηγού μαγειρικής του Νικολάου Τσελεμεντέ, του πιο εμβληματικού εγχειριδίου του ελληνικού νοικοκυριού, και λειτουργεί ως αφορμή για να αναστοχαστούμε πάνω στους έμφυλους ρόλους και τις κοινωνικές προσδοκίες.
Τέσσερις ερμηνεύτριες, «καλές νοικοκυρές», χρησιμοποιούν τον τσελεμεντέ ως αφηγηματικό εργαλείο και, εναλλασσόμενες σε ρόλους αφηγητή, σχολιαστή και δρώντος υποκειμένου, μας καλούν να συνομιλήσουμε με το παρελθόν και να σκεφτούμε τη θέση της γυναίκας στον χρόνο. Μέσα από γεύσεις, μυρωδιές, χιούμορ και σάτιρα, παρακολουθούμε την ιστορία μιας γενιάς, αλλά και το νήμα που τη συνδέει με τη δική μας.
* Την παράσταση πλαισιώνει η εικαστική έκθεση της Σάντρας Δόμβρου με τίτλο «Καλή Νοικοκυρά».
Δύο περφόρμερ σε ένα ιδιόρρυθμο συναυλιακό μανιφέστο. Ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο γυναίκες που παλεύουν να κρατήσουν έναν άντρα «ουρλιάζοντας» κατά της υποκρισίας του ανδρικού φύλου και αντιτίθενται στις αξίες του γάμου, της μητρότητας, της ίδιας της έννοιας της γυναίκας. Ένα συναυλιακό μανιφέστο που προσπαθεί να ερευνήσει μέσω του αρχαίου μύθου το βαθύτερο κίνητρο μιας δολοφονίας και το ταρακούνημα μιας ολόκληρης κοινωνίας πάνω στο έμφυλο ζήτημα.
Οι δύο Μήδειες συνομιλούν χωρίς να κοιτάζουν η μία την άλλη, παραθέτοντας ερωτήματα που απασχολούν τις γυναίκες στην τέχνη από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι και σήμερα: Τι οδηγεί μια Μήδεια στον θάνατο των παιδιών της; Πώς δικαιολογείται ένα βαρύ έγκλημα; Τι οδήγησε εξαρχής στην τέλεσή του; Πώς αυτό μεταφέρεται επί σκηνής μέσω της τραγικότητας του αρχαίου θέατρου και πώς το αρχαίο θέατρο δημιουργεί, τελικά, μια οικουμενική γλώσσα για σύγχρονα ζητήματα; Η περφόρμανς ενώνει τις φωνές πολλών από τις Μήδειες που έχουν γραφτεί παγκόσμια, από τον Ευριπίδη έως σήμερα, με τη μουσική να παίζει πρωταρχικό ρόλο στη σύνθεση μιας φωνητικής παρτιτούρας.