Η παράσταση αντλεί την αφετηρία της από ένα ανθρωπολογικό εύρημα: ένα επουλωμένο μηριαίο οστό από την προϊστορική περίοδο, το οποίο υποδηλώνει ότι ένας τραυματισμένος άνθρωπος επέζησε χάρη στη φροντίδα της κοινότητάς του. Το εύρημα αυτό συνδέεται με την ανθρωπολογική σκέψη της Margaret Mead, σύμφωνα με την οποία το πρώτο σημάδι πολιτισμού δεν είναι ένα τεχνολογικό επίτευγμα αλλά η φροντίδα προς τον ευάλωτο άλλον. Από αυτή τη συνθήκη εκκινεί μια σκηνική διερεύνηση της φροντίδας, της επιβίωσης και της συλλογικής ευθύνης: κάποιος έμεινε, μοιράστηκε βάρος και χρόνο, αναγνώρισε την ευαλωτότητα του άλλου ως κοινή υπόθεση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φιλία και η αλληλοϋποστήριξη αναδεικνύονται ως ο μικρότερος αλλά ουσιαστικότερος πυρήνας κοινότητας. Μέσα από σωματική δράση και λόγο, η παράσταση εξετάζει τη στιγμή όπου το τραύμα παύει να είναι ατομικό και γίνεται κοινό πεδίο εμπειρίας, ως πράξη φροντίδας και ανθρωπιάς.
Δίπλα στον Αρχαιολογικό Χώρο Λέρνας, στην Αργολίδα, βρίσκεται η λίμνη Αλκυονία. Η μυθολογία τη θέλει απύθμενη, δίοδο στον Κάτω Κόσμο, φωλιά της Λερναίας Ύδρας. Είναι η αφετηρία της περιπατητικής μας παράστασης. Ο θεατής ακολουθεί διαδρομές νερού: από τη λίμνη, στον ποταμό Ποντίνο, μέχρι τη θάλασσα. Ακολουθεί την πορεία ομορφιάς και αντοχής του υδάτινου κύκλου. Ακολουθεί ανθρώπινες διαδρομές, αγωνίας, αντοχής και τόλμης καταλήγοντας στην αρμονία. Διαδρομές θνητών που οδηγούνται στην αθανασία ως ήρωες μυθολογίας ή θεότητες. Ακολουθεί τις Δαναΐδες, την Αριάδνη, τη Σεμέλη: γυναικείες μορφές στους μύθους ενός τόπου γνωστού κυρίως για τον Ηρακλή και τον Διόνυσο. Η Ήρα, θεά της γυναίκας, της τάξης και του Άργους, οδηγεί τους θεατές στις διαδρομές αυτές και συνομιλεί τραγουδώντας πάνω σε ηλεκτρονική μουσική. Σε ένα παρόν με λιγοστό νερό και ανάγκη για αντοχή και τόλμη, η παράσταση ζωντανεύει στον τόπο της Λέρνης μορφές από τη μυθολογία του που αναδεικνύουν τη σημερινή του σημασία.